Ηλίας Τσέχος / 5 τελευταία ποιήματα

img_5394
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
 
Η αυτοχειρία στην ποίηση δεν έχει τέλος
Οφείλεται αν είσαι ποιητής
 
Η αυτοχειρία στο ποίημα έχει τέλος
Οφείλεται στα όνειρα
 
 
Φαράγγι της Κράστας
 
Χιλιάδες φορές
Κάθε φορά πρώτη
Ανεπανάληπτα και
Πολλαπλά
 
Ένα σαν όνειρο ξυπνάς
Δυο τη μέρα γέρνεις
Τρία θερίζεις ν’ απλωθείς
Τέσερα να μας φτάσεις
Πέντε μες στα πουλιά
Μες στα νερά
Έξι φορές να μας
Φιλήσεις
 
Στα λεξικά
Φαράγγια σου
 
 
Μόνον οι ποιητές πεθαίνουν στα ποιήματα
 
Χειρονομίες δεν μελετούν
Γνώσεις δεν αγαπούν
Στα ρεκόρ αθλητές ρημάζουν
Χρήμα αυνανίζεται
Γάμος ευτελίζεται
Αναγνώσεις αλλαγές αποδόμηση
Δεν είναι γονείς τα παιδιά
Τα σχολεία να πάνε σχολείο
Τα ποιήματα ας παν να δουλέψουν
Σπουδή συνεννόησης αύρα αθέριστα
Προσευχή γνωρίζει το τέλος προσεύχεται
Βάσανοι γλώσσας βάσανα χωριά πολλά
Πάει να τελειώσει το ποίημα
Δεν θέλει δεν πάει
Τρέχει να προφτάσει το χθες αύριο λέει
Τόσα κακά σπουδαγμένα
Δεύτερη φορά αντικρίζει
 
 
Φωτογραφώ Φθινοπωρώ Ανθώ Καρπώ
 
Ό,τι ζητώ από το fb
Δεν μου το δίνει
Σαν ταχυδρόμος φεύγει
Έρωτας ακατάφταστος
Με τυραννούν οι απουσίες, παρουσίες
Άξεστοι που ‘ναι οι φίλοι μου
Ας λατρευτός από τις φίλες είμαι
Αν και ανάξιος εραστής
Και ποιος δεν είναι θα μου πείτε
Άλλα αντ’ άλλων αραδιάζω
Αφήστε με να λέω
Ό,τι ζητώ είναι παρών
Εγώ απουσιάζω
 
 
Όσοι Βιετνάμ
 
» Χτυπιούνται » ακόμα
Αν είμαι καλός ποιητής
Μεγάλος, μέγας
Μικρός κ.λ.π
Και ποιοι το ανακηρύσσουν
Ποιοι όχι
 
– Δεν ντρέπεστε κύριε τσέχο;
Διόλου;
Αφήστε τους να ζουν και
Να παίζουν τον »Τρωικό» πόλεμο
Κάτι αρπάζουν
 
– Η καρδιά μου είναι πουτάνα
Εγώ της λέω ναι
Αυτή μου λέει όχι
 
 
Με τόσα ναι Το » Ο Χ Ι » γιορτάζουν
 
Τα σκουπίδια θέλουν πέταμα
Όμως τα λυπάμαι
Τα βάζω δυο πόδια
Μια πιο κακιά ψυχή
Τα πάμε βόλτα με την Ίρμα
Στις πηγές Βερμίου
Κουνώντας την ουρά
Και γαβγίζοντας
 
– Τα αγράμματα –
Κατόπιν γίνονται
Γειτόνισσες ξαδέρφες για
Κλάματα ασταμάτητα
 
Γίνονται χωριό
Πόλεις συμπρωτεύουσα
Πρωτεύουσα
Ευρώπη
Κόσμος
 
Για βίντεο
 
Πορεύομαι μ΄ αυτά
Αυτά θα με πετάξουν

Ηλίας Τσέχος, Πέντε ποιήματα

To Koskino

13325655_911002479045247_7697610170562594352_n-1

Γλυκό κουταλιού
Βαθιά το μαχαίρι στη γλώσσα

Ο χρόνος ον αγέννητο

Η ποίηση τουλάχιστον ζυγός
Ακορντεόν νοσταλγίας
Πέτρα που πίσω έριξες
Και είσαι εσύ

Η ποίηση πικρή στη χάρη
Γλυκό κουταλιού στην αυλή

Η ποίηση τουλάχιστον
Βάλτος του μέλλοντος
Δίχως κουνούπια

***

Λωτός

Είπε “διαιρώ το μηδέν”
Και εσκορπίσθη στο στερέωμα
Λωτός ανθίζοντας για αρετή
Για αντοχές χρυσάνθεμο
Αφήνοντας αναπνοές στα ίχνη
Το άπειρο μηδέν στα χείλη

***

Σαν φεγγάρι κάμπου
Πτώσης δοτικής

Διασχίζεις μαχαίρι τη θέα
Το μαχαίρι διασχίζεις ωραία
Προς μια απίθανη αγάπη

Όπως και να ‘ναι
Μαύρο ταξίδι έχεις νύχτα

Δε δικαιώνεσαι με κέρδη
Δεν αγαπάς από πριν

***

Μέρες χορεύοντας

Χοροί της κλαίουσας, της καλαμιάς, της πέτρας!
Η γύρη, η γη, η μήτρα, ορμητήρια χορών
Λύρες λυγίζεις, έρωτες, μες στις φιγούρες Σειλινέ

Χορούς θέλουν τα πάθη, οι γιορτές, τα πένθη
Χορούς πυγολαμπίδων, δελφινιών, ευχών
Χορός είσαι Ελλάδα, Δόρα Στράτου

Και στο καλάθι εξόδους κουβαλώ
Να σώζεται…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 80 επιπλέον λέξεις

΄΄ Πέρα από τη βιωμένη ιστορία: ο Ηλίας Τσέχος…» του Σίμου Ανδρονίδη

 

 

cropped-1002980_295516847260483_1574424940_n1.jpg

 

«Άκου πουλάκι μου! / Αδιάφοροι οι θεοί για ανθρώπους / Αυτοί για θεούς ενδιαφέρονται / Άντε ! Πέτα / Οι φωλιές είναι Θάνατοι γλυκείς / Μήτε γουλιά στο σύμπαν / Στάλα θάματος / Πτερέ /Δεν γράφω να / Αποφυλακιστώ / Να αποκεφαλιστώ / Να μετανιώσεις / Ζαλιστώ / Ελλάδα / Κάμε τη δουλειά σου / Μείνε μακριά μου / Να μια ανάστροφη». (Ηλίας Τσέχος, ‘Στόμα’).

Ο εκ Γιαννακοχωρίου προερχόμενος ποιητής Ηλίας Τσέχος επικαλύπτει με το ποιητικό του έργο την ιστορική περίοδο που διανύουμε. Το χρονικό διάστημα 2011-2015 έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, με την πρώτη που έχει τίτλο ‘Ή σταγόνα ή ωκεανός,’ να εκδίδεται το 2011. Ακολούθησαν οι ‘Νόμοι Αφιερώσεων’ (2012), ‘Τα πλήθη του ενός’ (2013), και το ‘Αγριόχορτο στόμα’ (2015). Ο ιδιαίτερα ενεργός ποιητής διαυγάζει το ποιητικό του έργο στο βιωμένο ‘τώρα’, «ζητώντας» ουσιαστικά από τον ίδιο τον αναγνώστη να εγκιβωτίσει, στο ‘χώρο’ και στον ‘χρόνο’, την ποιητική του έκφραση και έκφανση. Και το κάθε ‘αυτόνομο’ ποίημα δύναται να εκφράσει ένα ολόκληρο νοηματικό ‘σύμπαν’ το οποίο ενσωματώνει ολικά μνήμες, στάσεις, την ίδια τη βιωμένη ιστορία του τόπου και του καιρού του.
Ο ποιητής μετουσιώνει ακριβώς αυτή την ιστορία, τη βιωμένη ιστορία, σε ποίηση, σε ‘κειμενικές’ λέξεις που θρυμματίζουν το οικοδόμημα των απλοϊκών αφηγήσεων, της ιστορικής λήθης που μετασχηματίζεται σε καθημερινή έξη, των «μεγάλων» πράξεων που ζητούν και απαιτούν τη «νομιμοποίηση» του καιρού τους.

«Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι / Δεν είμαι μύθος ή 17 Νοέμβρη / Νόμος οφθαλμών / Πτωχός και άγαμος / Οι χίλιοι ελληνικοί χοροί / Ο Ηράκλειτος / Οι στάβλοι του Αυγεία / Δεν είμαι ύπατος μαντείων αλάθητος / Η βολεμένη φάρα / Στο παντελόνι τσάκιση ευτυχισμένης μάνας / Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι / Δεν είμαι».

Πραγματικά, εδώ συντελείται η εμβάπτιση στα νάματα της ποίησης, της ποίησης που αίρει τις βεβαιότητες, αναγόμενη όχι στο απλό και στο «τυχαίο», αλλά στην πολλαπλότητα που συγκροτεί τον κοινωνικό βιόκοσμο. Η ποίηση μετατρέπεται σε βίωμα, σε καθημερινή παρουσία, σε ‘εργαλείο’ και τρόπο εξορκισμού της δυστοπίας που μας περιβάλλει. Ο ποιητής διαυγάζει το πάθος του διαμέσου της πολύσημης άρνησης, αντιστρέφοντας αριστοτεχνικά τους όρους πρόσληψης της ποιητικής του πράξης: ‘Δεν είναι΄ σταθερός, ο ποιητής του «ενός» και μοναδικού πλήθους αλλά ο ποιητής της διαρκούς ετερονομίας, ο ποιητής που παίζει με τους όρους της ανομοιογένειας και της άρσης μίας δεδομένης και δοσμένης «σιγουριάς».

Πέρα και πάνω από τις καθιερωμένες ποιητικές νόρμες, συγκροτείται διαρκώς ως υπαρκτή-γραπτή «πραγματικότητα» η «υπόγεια» ποίηση του Ηλία Τσέχου, η οποία ως άλλη «μήτρα γεννήσεως» περιλαμβάνει και παράγει συνάμα τις εγκλήσεις ενός άλλου ποιητικού κόσμου, αυθύπαρκτου και αυτονομημένου από ότι ορίζεται και προσδιορίζεται ως τέχνη του μέτρου και της εν πολλοίς «αυτιστικής ωραιοπάθειας». Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει η ποιητική τέχνη του Ημαθιώτη ποιητή: η ποίηση του Ηλία Τσέχου, «διάφανη και αληθινή», αποτελεί το κατοπτρικό «είδωλο» μίας τέχνης που χαράζει και διαπερνά το «είναι» του ανθρώπου της κρίσης, για την ακρίβεια ενός συγκεκριμένου «ανθρωπολογικού» τύπου ο οποίος και «συγκροτείται» την ιστορική περίοδο της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Οι τέσσερις τελευταίες ποιητικές συλλογές του Ηλία Τσέχου, ανατέμνοντας την κρίση και τις πολλαπλές της εκφάνσεις αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο της διαρκούς αμφισβητησιακής πρακτικής και δράσης.

Η ποίηση ως κατεξοχήν «κοινωνική» απόπειρα ερμηνείας του όλου δεν προκύπτει εν κενώ. Αντιθέτως αποτελεί «προείκασμα», δομικό-γραπτό στοιχείο επανερμηνείας του πεδίου του κοινωνικού, ‘εργαλείο’ μίας περαιτέρω γείωσης της αμφισβητησιακής-συγκρουσιακής πρακτικής. Για να υπεισέλθουμε και στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας, θα αναφέραμε (παραπέμποντας στον Λουί Αλτουσέρ), πως οι τέσσερις «κρισιακές» ποιητικές συλλογές του Ηλίας Τσέχου συγκροτούμενες σε ολότητα, αποτελούν μία «δομή με ορίζουσα». Σε αυτή την περίπτωση, η ίδια η ποιητική δομή (το ποιητικό του γίγνεσθαι), είναι το κομβικό και δεσπόζον σημαίνον της παρέμβασης του ποιητή, το οποίο ακριβώς ορίζει τα πολλαπλά σημαινόμενα (πεδία) της παρέμβασης και του σκεπτικού του.

Η ποιητική δομή συγκροτείται με ορίζουσα το εύρος της ποιητικής-κοινωνικής του παρέμβασης, την ανασημασιοδότηση της όλης ποιητικής του παρουσίας και πορείας, την ανάδυση της κοινωνικής ετερότητας και πολλαπλότητας, την διάδραση και ώσμωση με ότι δύναται να νοηθεί και να μετουσιωθεί σε ποίηση. Οι ποιητικές συλλογές του Ηλία Τσέχου, από την ‘Ή σταγόνα ή ωκεανός’ μέχρι και το ‘Αγριόχορτο Στόμα’ προσδιορίζονται ως ποιητική «δομή με ορίζουσα» που προκύπτει από τα βιώματα και τις αγωνίες του ποιητή. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «ορίζουσας» προσλαμβάνει μία διφυή διάσταση: από τη μία πλευρά νοείται ως «ταυτολογική συγκρότηση», η οποία προκύπτει και παραπέμπει στις προσλαμβάνουσες του ποιητή, στις διάφορες και διάσπαρτες επιρροές του, εν τέλει στη διαμόρφωση και αποκρυστάλλωση του ποιητικού του ‘σύμπαντος’.

 

IMG_8972 (2)

 

 

Από την άλλη πλευρά, γίνεται αντιληπτή ως το εύρος της ποιητικής παρέμβασης του ποιητή την τρέχουσα ιστορική περίοδο. Έτσι, η «ορίζουσα» συνθέτει τη μεγάλη εικόνα, υποστασιοποιεί τα «θέλω» του ποιητή, κατηγοριοποιεί τη μνήμη και τα βιώματα, καταδεικνύει τις εγκάρσιες τομές που προκαλεί στο «σώμα» της τέχνης. Ακόμη και η μακρόχρονη «σιωπή» του ποιητή Ηλία Τσέχου, διεκδικεί, με τον δικό της τρόπο και τους δικούς της όρους την εγκιβώτιση και «εδαφοποίηση» της στο ποιητικό του έργο. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου αποτελεί μία διαρκή και κοινωνική αναπαράσταση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος «συγκροτεί» βήμα-βήμα την πορεία του εντός της «χωροχρονικής μήτρας», «παλεύει» με τους γενέθλιους μύθους του, «ξορκίζει» τους δαίμονες του. Πραγματικά, η συγκεκριμένη επιτελεστική κοινωνική αναπαράσταση της ποίηση του σχετίζεται με τις αναγκαιότητες, τα θέλω και τα πάθη του παλλόμενου συλλογικού πλήθους (multitude).

 

«Οι Καρπαθιώτες χορεύουν ασταμάτητα / Σα μεθυσμένα τοπία / Βωμός «ζερβός» χορός / Κλείνει ανοίγει το σώμα του καθώς βεντάλια / Νυμφεύοντας ευθύς όλες τις Καρπαθιώτισσες / Έμνοστες / Ανοιχτοαγκαλούσες / Και η Μαρία; / Αυτή η θαλασσωμένη λιγνή ποίηση / Με λαϊκά κεντήματα / Φούρνους ευωδιαστούς στην ποδιά; / «Να αγαπάς όταν καταφτάνει / Να αποσύρεσαι πριν προφτάσει / Θυμάμαι από την Κάρπαθο / – Ο ταχυδρόμοοοος…».

 

Εδώ ακριβώς προκύπτει το νόημα της ποίησης του Ηλία Τσέχου. Για την Μαρία και από τη Μαρία προσλαμβάνει τις Μαρίες όλου του κόσμου, «φέρνοντας» έναν αέρα ανανέωσης και αναζωογόνησης του ποιητικού πράττειν. Στο συγκεκριμένο ποίημα ο χορός των Καρπαθιωτών εκφράζει το παρόν, το διαρκές τώρα που διεκδικεί την αναπαράσταση του στο μέλλον. Ο ποιητής δεν φείδεται τρόπων και μεθόδων: αρθρώνει την ποίηση στους ρυθμούς ενός «τρελού» χορού, τη συγκροτεί σαν δεσπόζουσα παρέμβαση, την ανάγει στη Μαρία της πρωτεϊκής και πρωταρχικής ύπαρξης. Εδώ το βιωμένο πεδίο γίνεται ο χορός που εμφιλοχωρεί στο «σώμα» της ποίησης. Έτσι ακριβώς θέλει ο ποιητής την ποίηση: «ανοιχτοαγκαλούσα», φέρουσα πράξεις, πραγματολογικό πεδίο μίας βαθιάς υποκειμενοποίησης η οποία και ενέχει τις θεσμίσεις της κοινωνικής συγχρονίας. Ο «ταχυδρόμος» είναι εδώ και μας φωνάζει. Η πρώτη ύλη του έργου του Ηλία Τσέχου είναι η υπενθύμιση της στιγμής και των αναγκαιοτήτων.

Διεκδικώντας τις ‘δάφνες’ μίας πραγματολογκής ποιητικής γραμματείας της ευρύτερης «κρισιακής» περιόδου, ο Ηλίας Τσέχος δεσπόζει στο χώρο της υφέρπουσας πράξης του ανθρώπου και του συλλογικού υποκειμένου της κρίσης. «Στο βουνό Ιούλιος / Άγνωστο αν καταλήξω ποίημα / Αν κλάψω πριν αγαπηθώ / Όσο δε γράφω ανεμίζομαι / Πλέω αναστατωμένα / Αφορούντα / Χώρισα την Πειθώ / Άνοιξα τα μπουμπούκια / Στη χήρα θάλασσα / Επείγοντα μετάλλια / Εις στους ιχθείς / Που αν ζωή δε μετανιώσεις / Για όσα σήμερα συμβαίνουν / Ματαιώνεσαι».

 

Η ποιητική συλλογή ‘Τα πλήθη του ενός’ ανασημασιοδοτούν την έγκληση του ενός, συναιρόντας το ειδικό με το γενικό, το ποιητικό μικροεπίπεδο με το κοινωνικό μακροεπίπεδο. Το πλήθος ως αυθύπαρκτη «κατασκευή» και ολότητα διαπερνά τις διαχωριστικές γραμμές και συμβάσεις, γινόμενο το (τα) ‘πλήθη του ενός’, ήτοι του ποιητή που αναιρεί και αναιρείται, του ποιητή που τέμνει την μοναδικότητα χάριν μίας πληθυντικής σήμανσης και εκφοράς. Η ποίηση του «δρόμου» καμώνεται από το μέταλλο των πολλών, προϋποθέτει την επαφή, την ώσμωση, την ίδια την ταυτοτική συγκρότηση του πλήθους. Το πλήθος μέσα στο έναν, και ο ένας μέσα στο πλήθος. Αυτή είναι η ανάγκη, η «ανάσα», η ευρύτερη και η ειδική παρουσία της ποίησης του Ηλία Τσέχου, που γνωρίζει ότι τα «πλήθη» είναι η «πληθυντική» ποίηση, η ποίηση που απευθύνεται στης «γης τους κολασμένους». Η συγκρότηση της ποίησης ως οργανωμένης «πράξης» συγκροτεί μία δομή ενεργούς σήμανσης και έκφανσης η οποία και καταρρίπτει τους παγιωμένους μύθους της αέναης σταθερότητας. Αυτού του είδους η ποίηση «ανατρέπει» το καθεστώς άχρονης λήθης και των σημάνσεων του τρέχοντος «κρισιακού» κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι. Ακόμη αίρει τη διάκριση βάση-εποικοδόμημα, θέτοντας στο ενδιάμεσο πεδίο το συλλογικό (λαϊκό-εργατικό) «πλήθος» ως οντολογία ύπαρξης και ως ιστορική-ποιητική «παραδοξότητα», ακριβώς διότι το «παράδοξο» της ποίησης είναι το «παράδοξο» και αστάθμητο της κοινωνικής-πολιτικής ανατροπής. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου ενέχει ένα διάχυτο ιστορικό «βάθος», μία ιστορικότητα της σύμφυσης «χώρου» και «χρόνου». Η δομή είναι εδώ.

«Οι τάφοι ταχυδρόμοι / Μεθυσμένα δρόμια / Έρημες απολαύσεις / Ξερόκωλες θυρίδες / Απ’ την πλατεία Νάουσας / -Ανάπηρη θα πεις- / Ευνούχα αφοπλισμένη / Έξι χιλιόμετρα / Από τον τάφο της πλατείας Γιαννακοχωρίου / Ένα κερί σε μπόι / Ανάβομαι να λιώσεις / Να φωτιστείς / Απ’ το κουφάρι μου / Κρίμα που λίγο στάζω / Υγραίνοντας / Οπίσθια σας / Στοιχειοθετημένα». Αυτή είναι η ποιητική κατακλείδα: «Οι τάφοι ταχυδρόμοι Μεθυσμένα δρόμια» μίας ποίησης που «στάζει» ανθρωπισμό όσο και τραχύτητα, μία «άγρια» ποιητική πράξη ενός «άγριου» στόματος που δεν συμβιβάζεται με ότι θεωρούν και ορίζουν ως παρόν χρόνο.

 

Στο Γιαννακοχώρι «φύεται» μία ποίηση που κανονικοποιεί τα πάθη του φθαρτού σώματος, συγκροτώντας και συναιρόντας, διαμέσου του ‘ενός’ τα πολλά σώματα του «άγριου» και διαμεσολαβημένου βίου. Το ‘Αγριόχορτο στόμα’ μετατοπίζει τις δομικές ορίζουσες της σύνολης ποίησης του Ηλία Τσέχου προς την κατεύθυνση της συμπερίληψης της αέναης και άφθαρτης ουσίας: η ποίηση του τότε και η ποίηση του τώρα. Το ένα του χρόνου και το δύο της ρηξιακής πράξης. Αυτού του είδους η ποίηση διατρέχει γρήγορα και βιαστικά, με μια ανάσα τους δρόμους που διάβηκαν και θα διαβούν οι άνθρωποι που θα μεταβάλλουν τον «καιρό».

Το ‘Αγριόχορτο στόμα’ είναι το στόμα που κλαίει και γελά, που συγκροτεί παραδοξότητες και αντιφατικότητες διαμέσου της ποίησης. Το στόμα που επικοινωνεί με το «σώμα» της ποίησης, σώμα έμφορτο με την «πράξη» του αγγίγματος που αμφισβητεί και «καταργεί» τις όψεις του «εμπορευματικού σώματος».

Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Αγριόχορτο Στόμα’ ορίζει τον «άγριο» καιρό μας, τον πολύσημο χρόνο του τώρα, ποίημα και ποίηση μίας εποχής που προβάλλει ως κανονικότητα «αγριάδας».

 

20130817_173726

Ο Ηλίας Τσέχος αναδεικνύεται σε ποιητή της εποχής του, ποιητής των ανθρώπων που βαδίζουν με μία «σιωπηρή» και υφέρπουσα περηφάνια, πέρα και πάνω από τον ποσοτικοποιημένο οικονομισμό. Με τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη: «Τα δέντρα είναι τ’ αναλόγια που τα πουλιά ακουμπάνε τα φλύαρα αναγνώσματα τους οι δρόμοι προς την ηδονή τη νύχτα χάνονται στο άπειρο – ως ας μην ξαναγυρίζαμε αλλά το πρωί βγάζω το καπέλο μου στην καθημερινότητα που ξαναγράφει απ’ την αρχή την Ιλιάδα».

Η ιστορία είναι εδώ, γραμμένη από τους ποιητές, από τον ποιητή της πληθυντικής «μονάδας». Άλλοτε σαν μικρή σταγόνα και άλλοτε σαν ορμητικός ωκεανός ο Ηλίας Τσέχος δεν παύει να δείχνει ότι η ίδια η ιστορία (από τα κάτω προς τα άνω) περιέχεται στην ποίηση.

(Ο Σίμος   Ανδρονίδης  είναι υποψήφιος  διδάκτορας  του ΑΠΘ)

 

Ηλίας Τσέχος »Π ο λ λ ά Θ υ μ ώ » 2017 – 8 π ο ι ή μ α τ α

IMG_8971 (2)

 

..

.

Ά σ ρ α φ . Φ α γ ι ά ν τ . Να π ε θ ά ν ε ι ς
.
Ν α πεθάνεις ποιητή
Ν α χαρούν τα π α ι δ ιά
Τα σκυλιά τα θρανία
Η μάνες πατέρες

Ν α πεθάνεις ποιητή
Ν α χορέψουν η Δ ύ σ η
Ανατολή Βοριάς Νότος Τάφος
Η θρησκείες

Ν α πεθάνεις ποιητή
Οι ποίηση θέλει θ ά ν α τ ο ν
Αυτών που σφάζουν πολεμούν
Και χέστες στο ψωμί τους

Ν α πεθάνεις θέλω μαζί μου επίσης
Ν α μώλις, Ποιητής που είσαι
Και ξεφούρνισες ψυχή το σώμα
Ν α πεθένουν α ι ώ ν ι α
.
( Η ανορθογραφία στο ποίημα,στηρίζει την ψυχή μου, την ποίηση)

.

100.000 ευρώ το π ο ί η μ α βουλευτή
.
Πέφτει πέφτει ένα ποίημα
Συχνάζει στον Πικρό Καφέ

Χιλιάδες εκατό ευρώχορτα ορμά
Αυξήσεις αναδρομικές στο πέτο
Τι βουλευτές ποια λέλουδα
Της μάνας μας γκομάρια

Έρχονται από πηγές πληγές
Πέφτουνε σε αγκάλες
Οπού ‘χουν χρήματα πολλά
Κάρβουνα αναμμένες στάχτες

Έπεσα σε καρδιές θυμώ
Σταμάτησα να κοινωνώ
Τόσα κοστίζει κάθε ποίημα διεγερτικό
Κοφτά να σας ξεσκίζει
.
Ο σ α Κυδώνια π έ ρ α σ α ν
.
Κάτι κυδώνια σαπίσαν
Κάποια μαντάτα
Έγειρε λαιμός
Τα φίλησε γεύση
Γέμισες εικόνες
Βάθια πλάτη
Και μήκος
Επομένως
Όσα δεν πέρασαν
Πως ευωδιάζουν
Σε κοιτούν σε ζητούν
Σαν θέλω
Να μοιάζουν
.

.
Π ε θ α ί ν ω μαζί σας … Σκυλάδικο όλων των εποχών
στον Άσραφ Φ α γ ι ά ν τ
.
Τα μάτια μας βγάλαμε κηδείες
Ο θρήνος  κρύβει στα σκέλια φόνους

Τα ποιήματά σου αιδώς δεν έχουν φτάσει
Μάτωσες τις φυλακές μας ευρωπαία όμως

Βγάλαμε κάτι φωνούλες ποιητές και άλλοι

Τι ωραία

Α! Να αναστηθείς ποιητή κυρίως μας μέλει
Έχοντας  πέννες  γέννες στα μέρη

Πάψε επιτέλους και γράψε: Να πεθάνεις μαζί μου, έλα

( Καταδίκη Θανάτου Παλαιστινίου Ποιητή Άσραφ Φαγιάντ στη Σαουδική Αραβία, για » α π ο σ τ α σ ί α » το 2015 !!! )
.
Μελαχρινή Μ ε γ α λ ό σ ω μ η Μεγαλόχαρη
.
Ευαίσθητα
Η τελευταία μύγα
Τέλη Νοέμβρη
Σκληρά πολέμησε
Τη βροχή μούντζωσε
Όλο το χειμώνα

Μάτωσε μούρες
Καναπέδες ΤV
Ποιήματα μονάχα στα βιβλία

Κι αναπάντεχα
Βία ολότελα
Έφερε στο νου
Χωρισμούς σχέσεων
Βίου παρελθόντος
Μη ενθυμούμενη
Λόγους αιτίες

Πικρούσα ποίηση
Μύγα
.
Π ρ ο σ θ έ σ ε ι ς
.
Οι θέσεις
Σ’ έναν κόσμο που δεν
Διορθώνεται

Για να μαζέψεις την
Αλήθεια αύριο

Σήμερα κι εχθές
Όπως ήσουν
Δεν υπάρχει
.
Χάικου
στον Σίμο Ανδρονίδη
.
Ω! Κοινωνία
Είσαι πιο πικρή από
Τον θάνατο μου

.

Όσο λαδώνεται ο καιρός πεθαίνεις

Στην τσέπη ένα μεσημέρι μου
Δεν έχει απαντήσεις όσο πας
Μονάχα όταν επιστρέφεις

Να ηττηθούμε ή να μας νικήσεις
Άνοιξη ελεύσεως

Δίχως να λιγοστεύεις ευτυχία τη ζωή
Η ποίηση την πολλαπλασιάζει

Καμένες φλέβες φύση οι Σκουριές
Και αίμα από τον θάνατό σου
Θάνατος έρχεται

Και αν αργώ
Θυσίασε με

Οι κόποι μου έχουν γραφτεί

 

.

 

( Κοινοποιούνται, αναδημοσιεύονται…Και δοθείσης ευκαιρίας να πω πως δεν αποστέλλω ποιήματα  ζητώντας δημοσίευση! Όταν  ζητηθεί )

IMG_8964 (2)

Ηλίας Τσέχος « Α γ ρ ι ό χ ο ρ τ ο σ τ ό μ α » Του Γ ι ά ν ν η . Σ τ ρ ο ύ μ π α

 

 

» Κ α τ ά φ α σ η π λ η μ μ ύ ρ α »

Σ’ ένα λιβάδι τραχιάς μα αέρινης χλωρίδας βλασταίνει η ποίηση του Ηλία Τσέχου στην ποιητική του συλλογή «Αγριόχορτο στόμα». Με λόγο ατίθασο σαν αγριόχορτο, ο ποιητής αναμετριέται με καταστάσεις οδυνηρές, χωρίς να τις χαϊδεύει, χωρίς να τις εξωραΐζει. Ο Τσέχος δεν γράφει για να «στρογγυλέψει», να αμβλύνει τις γωνίες, δεν γράφει για να «Συγχωρηθεί ο/ Θάνατος», ούτε για να «ομορφαίνουν/ Χεσμένα όνειρα». Αντιμάχεται την κλεισούρα και τη μούχλα, προτείνοντας την αναζήτηση και την περιπέτεια, σε βάρος της σίγουρης φωλιάς. «Οι φωλιές είναι/ Θάνατοι γλυκείς», είναι φυλακές. Γι’ αυτό ο ποιητής παραμερίζει ακόμη και το λίκνο που τον φιλοξενεί σαν πολίτη: «Ελλάδα/ Κάμε τη δουλειά σου/ Μείνε μακριά μου»· κι όχι μόνο αυτό, παρά «Να μια ανάστροφη» στο πρόσωπο της φθοράς.

Πέρα από την πατρίδα Ελλάδα, που φέρεται να μοιάζει με μητριά πατρίδα, κατά τη διατύπωση του ποιητή Μιχάλη Γκανά, ο Τσέχος γενικότερα προσλαμβάνει επώδυνα τον κόσμο στο σύνολό του. Στην παρακμή του αντιδρά βίαια. «Ρίξτε σκουπίδια/ Βρομίστε// Λερώστε εικόνες/ Ρίξτε φόλες στα σκυλιά/ Στις γάτες/ Στις μάνες σας/ Να τρελαθείτε», σημειώνει ο ποιητής, καταδεικνύοντας τις ακρότητες, την απουσία ορίων, την αυτοκαταστροφική ασέβεια του ανθρώπου απέναντι στον πιστότερό του σύμμαχο και υποστύλωμα, την ίδια του τη μάνα. Ούτε ο ερωτικός σύντροφος αποτελεί λιμάνι για τις αντιξοότητες, αφού συνδέεται με γκρίνιες και μνήμες επίπονες και πικρές, οι οποίες γκρεμίζονται εντέλει μέσα στις φωτογραφίες που τις στεγάζουν.

Σ’ αυτό το σύμπαν, όπου ο ενικός ταυτίζεται με τη μοναξιά κι ο πληθυντικός με την αποξένωση μέσα στο πιο πολύβουο πλήθος, δεν χωρούν οι συμπλεύσεις, οι προσθέσεις, παρά ορθώνονται οι αφαιρέσεις. Καθώς ο σύγχρονος πολιτισμός παρουσιάζεται εξορισμένος σε μια Μακρόνησο σαν πολιτικός μα και συναισθηματικός κρατούμενος, ο Τσέχος επιστρατεύει μια ιδιαίτερη μεταχείριση της γλώσσας, των γραμματικών και των συντακτικών δομών της, για να αποδομήσει μαζί τους τις κακίες. Απέναντι στα οπλοστάσια, την υποκρισία, τα άδεια βιβλιάρια τραπέζης, απέναντι σε μια «Ζωή προσβεβλημένη», που επιτρέπει στα όνειρα να υπάρχουν μόνο στους καναπέδες και τροφοδοτεί τη γιγάντωση της παρακμής, ο ποιητής διεκδικεί το δικαίωμά του να επιτίθεται στην εν λόγω παρακμή και να τη βλάπτει, κατακερματίζοντας με τη συνδρομή της γλώσσας τις συμβάσεις της.

https://tsehos.files.wordpress.com/2014/08/20140704_124329.jpg?w=622&h=467

 

«Και δόξας τα τράνταγμα»· «Βαθιά η ποίηση μας κοροϊδά»· «Υγροποιώντας τα λίπασμα». Συνεκφέροντας τον πληθυντικό με τον ενικό αριθμό, συνταιριάζοντας άρθρα στον πληθυντικό με ουσιαστικά στον ενικό ή τοποθετώντας σε ρήματα καταλήξεις που ανήκουν σε διαφορετικές ρηματικές ομάδες, ο Τσέχος τόσο αποδομεί, όπως σημειώθηκε νωρίτερα, όσο όμως και δομεί, μέσω συνδυασμών που παντρεύουν τον ενικό με τον πληθυντικό αριθμό ή γενικότερα τις γραμματικές δομές. Προτείνει, λοιπόν, με τη συγκεκριμένη τακτική μία γεφύρωση των μοναχικών πλασμάτων, τα οποία νωρίτερα παρουσιάστηκαν ως αποξενωμένα μεταξύ τους, ως κοινωνικά αποκομμένα. Παράλληλα, μεταχειριζόμενος τη γλώσσα με διατυπώσεις καταιγιστικές, βομβαρδίζει με πληροφορίες οι οποίες, παρά τον νοηματικό τους πλούτο, διατυπώνονται αφαιρετικά. Έτσι κατορθώνει την καταγραφή των επιθυμητών προς δήλωση διαθέσεων με τρόπο ευθύβολο και διαγραμματικό, αλλά συνάμα σαφή.

Οι χειμαρρώδεις καταγραφές του Τσέχου, ακόμη κι όταν ασκούν έντονη κριτική, καταφάσκουν στη ζωή διεκδικώντας την υγιή. Γι’ αυτό ο χείμαρρος του ποιητή συνιστά «Κατάφαση πλημμύρα». Η κατάφαση αφορά τον ουρανό, τις αστροφεγγιές, την προσωπική συγκίνηση αλλά και τη συνύπαρξη. Συναισθήματα που αναβλύζουν από την καρδιά ευωδιάζουν στα ευαίσθητα ποιήματα του Τσέχου για τη μάνα. Τα αδερφικά, πάλι, συναισθήματα για τους ξεριζωμένους του Πόντου μεταδίδουν συγκίνηση, η οποία κατορθώνεται από τον ποιητή χωρίς εκείνος να μεταχειρίζεται ούτε μία λέξη δηλωτική συναισθήματος. Αντίθετα, η συγκίνηση μεταδίδεται με την προσφυγή στα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα, στις νοσταλγικές αναμνήσεις, στους αριθμούς της συμφοράς, στην πατρογονική ντοπιολαλιά του ποντιακού ιδιώματος.

Από το οπλοστάσιο του ποιητή δεν απουσιάζει το παίγνιο, το οποίο ενεργοποιείται χάρη στις ειρωνικές παραποιήσεις, τον κυνισμό, το χοντροκομμένο σχόλιο ή έναν συνειρμό του συρμού, κι αποδίδει τα αποτελέσματά του σε ποιήματα όπως το «Φόνοι λαϊκών τραγουδιών». Με στίχους περιπαιχτικούς, καθώς ο «Σαν πας στην Καλαμάτα Μάνη μάνι money» ή ο «Ιτιά, ιτιά ΔουΝουΤιασμένη», ο Τσέχος απελευθερώνει τη φαντασία του για να συνδεθεί με τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και να τη σχολιάσει υποδόρια και σκωπτικά, αποθεώνοντας μιαν αλανιάρα συνειρμική λειτουργία.

Γνώστης της δημοσιογραφίας, του κινηματογράφου και του χορού, ο Τσέχος αξιοποιεί όλες τις βιοποριστικές και καλλιτεχνικές του εμπειρίες για να συνθέσει την ποίησή του. Απαλός και τραχύς ταυτόχρονα, ο ποιητής εκστομίζει τη φωνή του με την παράλληλη ευλυγισία του χλωρού χόρτου, μα και την αγριότητα που συνεπάγεται το απαιτητικό του φύτρωμα σε άνυδρα λιβάδια. Στην παράλληλη επιτυχημένη δήλωση της αγριάδας και της ευκαμψίας, ο τίτλος της συλλογής δικαιώνεται.

Ηλίας Τσέχος, «Αγριόχορτο στόμα», εκδ. Ενδυμίων, Αθήνα 2015, σελ. 60.

΄

ΜΑΝΑ ΟΔΗΓÁ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πέρασα από τη μάνα

Δεν έχει πεθάνει

Μέσα στο χώμα

Πλέκει τους καημούς

Τα βάσανα

«Ποτέ δεν λιγόστεψες το λάδι μου»

Λέει χαμογελώντας

Στα μάτια με κοιτά βαθιά

Που πάλι σκοτεινιάζουν

Της παίρνω το μαντίλι

Μην καεί απ’ το κερί

Καεί και το ανθοδοχείο

Σπάσουν στάχτες

Και με λούσει

.

ΑΙΓΑΓΡΟΣ ΔΙΑΥΓΕΙΑ

Ενικός πανικός

Πληθυντικός μονάχος

Αν κλέβω ουρανό

Μπόρες του κλέβω

Κορυφοτεθλασμένες

Αν αφαιρώ αθροίσματα

Προσθέτω

Αστροφεγγιές

Ερήμην

Θέλω τη συγκίνηση

.

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 428, 1/12/2015.

Ο Ηλίας Τσέχος στο » Φιλόλογο» Θεσσαλονίκη

 

DSCN2042

»Είναι δυστυχία το μέλλον να μην έχει παρόν Και να χρωστάς την ψυχή σου»

 

Φ Ι Λ Ο Λ Ο Γ Ο Σ : ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΕ Ι , 29 Οκτωβρίου Πέμπτη 8.00΄ μ.μ

Στο Σπίτι του ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ (Μπρούφα 12, κάθετη στην οδό Αρχαιολογικού Μουσείου, κοντά στο Γενί Τζαμί και στην Παλαιά Παιδαγωγική Ακαδημία).

Η λ ί α ς . Τ σέ χ ο ς : Παρουσιάζει το ποιητικό του έργο και παρουσιάζεται, ανατέλλει και δύεται, ενώπιος ενωπίω

Συντονίζει ο Γ ι ά ν ν η ς . Τ ζ α ν ή ς – Θεσσαλονίκη

………………………………………………………………………………………

Μια φορά Κι έναν καιρό,Θα σας πω ένα παραμύθι:Π ρ έ π ε ι να ζ ή σ ο υ μ ε
Μια φορά και δυο καιρούς, ήμουν στο Σπίτι του » Φ Ι Λ Ο Λ Ο Γ Ο Υ ΄΄ και η ποίηση βροντούσε και άστραφτε κι ο κόσμος γυμνός από χαρές στολισμένος…Οι ευχαριστίες να ευωδούν, να λάμπει απλωμένη η φιλία και να αγαπά…

20131229_112923

Στη σειρά «Λογοτεχνικό Καλλιτεχνικό Αναλόγιο», τις Πέμπτες, ο Σύλλογος Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ., καλωσόρισε τον ποιητή Ηλία Τσέχο, στο σπίτι του «ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ», Μπρούφα 12, Θεσσαλονίκη, 29/10/2015, όπου και παρουσίασε συνολικά το έργο του.

Με εξομολογητική διάθεση και πλατιά βάθη, μίλησε για τους στόχους της ποίησης, τις δημιουργικές στιγμές της, τα καμώματά της, την τεχνική του, πότε έρχεται η έμπνευση, πότε έρχεται το ποίημα, πώς και όποτε στον αναγνώστη φτάνει, τονίζοντας «δεν θα τολμούσα ποτέ να κάνω τα σαράντα χρόνια αναδρομής και οδοιπορίας, εάν δεν ήμουν μαζί σας».

Στη συνέχεια, διάβασε με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό μεταδόσιμο τρόπο, ποιήματα από τις τελευταίες συλλογές του, συζήτησε με το κοινό, που γέμισε τον «μικρό» χώρο της αίθουσας του «ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ», σε ένα τόσο εύφορο, όμορφο κλίμα, δημιουργώντας θερμή και φιλική ατμόσφαιρα έλξεων.

Κύλισαν δύο ώρες άμεσης επικοινωνίας, με τους παρευρισκόμενους να απολαμβάνουν πραγματικά ένα γενναίο ταξίδι τομής στην ποίηση.

Ο Γιάννης Τζανής παρουσίασε τον ποιητή και συντόνισε τη συζήτηση με ολωσδιόλου δυναμικές παρεμβάσεις, ενθουσιάζοντας, αναφερόμενος στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα, απαγγέλλοντάς τα παραδειγματικά, με αφορμή το σπουδαίο επιγραμματικό ύφος γραφής του Ηλία Τσέχου, που αναδείχθηκε και συζητήθηκε ενδελεχώς στη συνάντηση.

Ο ποιητής έκλεισε τη βραδιά με τα εκρηκτικά χάικου της αλεπούς, ευχαριστώντας τον «ΦΙΛΟΛΟΓΟ» και τους τυχερούς ελεύσεως στο Λογοτεχνικό Καλλιτεχνικό Αναλόγιο.

cropped-1010452_278645745614260_355348682_n.jpg

Τα χ ά ι κ ο υ της α λ ε π ο ύ ς

.
Λουσμένη στο φως
Απειλούσες ωραία
Τις πονηρίες
.

Τι φύλλο ήσουν;
Θηλυκό, αρσενικό;
Αγαπήθηκες;
.

Ζητούσες γιατρό;
Φάρμακα, τις φωλέες;
Αυτομολούσες;
.

Πως μας κοιτούσες!
Ξαφνιασμένη, ντροπαλή
Και λυπημένη
.

Ορεσίβια
Όψη παραμυθένια
Πικρή Καστοριά
.

Αλεπουδάκι!
Γράφοντας ποιήματα
Πας δεν γυρίζεις

Η «αγριόχορτη» ποίηση του Ηλία Τσέχου και ο σπασμένος καθρέφτης της

Κυκλοφόρησε η νέα του ποιητική συλλογή, «Αγριόχορτο στόμα», εκδόσεις Ενδυμίων

Δήμητρα Σμυρνή

Ολοφάνερα χωρίς καλλωπισμούς, χωρίς φροντίδα, με τη φυσικότητα που φυτρώνει ένα αγριόχορτο, γεννιέται η ποίηση του Ηλία Τσέχου, στη νέα του ποιητική συλλογή.

Ο ποιητής αυτήν τη φορά, περισσότερο από ποτέ, δεν αισθάνεται να δεσμεύεται από τίποτα κι από κανέναν. Αφήνει το ποιητικό του εγώ απόλυτα ελεύθερο και πλάθοντας σουρεαλιστικές εικόνες, ξαφνιάζει όσο ποτέ τον αναγνώστη του, καθώς τον μεταφέρει σ’ έναν κόσμο, όπου οι στίχοι του μοιάζουν με μικρούς πυροβολισμούς, πυροβολισμούς που με την πρώτη ματιά δείχνουν να αρέσκονται μόνο στη χαρά της έκρηξης, βαθύτερα, όμως, δείχνουν το στόχο τους, που είναι πάντα η ψυχή του αναγνώστη. Γιατί, κακά τα ψέματα, πομπός χωρίς δέκτη δεν υφίσταται. Και ο δέκτης είναι ο στόχος της ποίησης.

grammata-agriochorti-poiisi-tou-ilia-tsechou9Η δύναμη της ποίησης του Ηλία Τσέχου, ειδικά σ’ αυτήν την τελευταία συλλογή, βρίσκεται στο στίχο, τον μεμονωμένο στίχο. Οι στίχοι του ή καλύτερα τα δίστιχά του αποκτούν τέτοια πυκνότητα, που μπορούν να υποκαταστήσουν το ποίημα. Θα μπορούσαν να σταθούν και ως μοναχικά επιγράμματα.

Δεν μπορεί, λοιπόν, να μη σταματήσει κανείς σε στίχους, όπως οι παρακάτω:

grammata-agriochorti-poiisi-tou-ilia-tsechou4Τα μάτια που αγάπησαν

Αγάπη πάντα βλέπουν

ή

Ενικός πανικός
Πληθυντικός μονάχος

ή

Τάχα δεν ηττηθήκαμε
Στο τέλος της αγάπης

ή

Δικαίωμά σου παρακμή
Να παρακμάζεις
Δικαίωμά μου
Να σε βλάπτω

ή

Υπογραφές συμμάχων
Γείτονες σύνορα υποκρισίας

Διαβάζοντας τη συλλογή, ο αναγνώστης διαπιστώνει πως η σύλληψη και η απόδοση μιας ολοκληρωμένης εικόνας δεν είναι στις προθέσεις του ποιητή. Στο βιβλίο, όμως, ο Τσέχος ξεφεύγει από αυτή τη συνειδητή επιλογή, με δύο ποιήματα γραμμένα για τη μάνα του. Τα ποιήματα διαφέρουν από τα υπόλοιπα και γιατί ολοκληρώνουν την εικόνα, δικαιώνοντας την αρχική της σύλληψη, αλλά και γιατί περνούν έντονα στον αναγνώστη το μήνυμα «οδυνηρή μνήμη – άφατη νοσταλγία».

grammata-agriochorti-poiisi-tou-ilia-tsechou32

Μάνα οδηγά αυτό το ποίημα

Πέρασα από τη μάνα
Δεν έχει πεθάνει
Μέσα στο χώμα
Πλέκει τους καημούς
Τα βάσανα
«Ποτέ δεν λιγόστεψες το λάδι μου»
Λέει χαμογελώντας
Στα μάτια με κοιτά βαθιά
Που πάλι σκοτεινιάζουν
Της παίρνω το μαντίλι
Μην καεί απ’ το κερί
Καεί και το ανθοδοχείο
Σπάσουν στάχτες
Και με λούσει

Μάνα

Τέσσερα τριαντάφυλλα
Στο μέρος της καρδιάς ανθούν
Γέμισαν με δάκρυα και ευωδούν

Συνδυάζοντας το παρελθόν με το παρόν, τη μνήμη με τη νοσταλγία, χρησιμοποιώντας λέξεις κλειδιά όπως: λάδι – κερί – μαντίλι – στάχτες – τριαντάφυλλα – δάκρυα, ο ποιητής κατορθώνει να γίνει πομπός μιας δυνατής συγκίνησης και να προσθέσει τα δυο του ποιήματα δίπλα στα καλύτερα που γράφτηκαν για τη μάνα.

grammata-agriochorti-poiisi-tou-ilia-tsechou10

Ο Τσέχος, ιδιαίτερος ποιητής και το ίδιο ιδιαίτερος άνθρωπος, με την «αγριόχορτη» ποίησή του, ανεμίζοντας το μπαϊράκι της ποιητικής του ελευθερίας – άλλοτε τρυφερός, άλλοτε σκληρός, άλλοτε δηκτικός με τους άλλους, άλλοτε με τον εαυτό του, πάντα κριτικός απέναντι στην αναλγησία και την υποκρισία των καιρών – γίνεται ο σπασμένος καθρέφτης της εποχής μας, που παραμορφώνει, για να φανερώσει, με τα κομμάτια του, τις πληγές.

Η λ ί α ς Τ σ έ χ ο ς » Ποιήσεων περιηγήσεις στη Μίεζα » Από Πέτρα και Χρόνο, του Ηλία Ιωσηφίδη

2013-11-22 10.36.55 - Αντιγραφή

.

06Ιαν2015 – Από πέτρα και χρόνο

.

Ο Ηλίας Τσέχος ακούει και γράφει την ελληνική λαλιά απ’ της Ιωνίας και του Πόντου τους καιρούς και δω με λυρικές ροπές, σεργιανώντας στην Αρχαία Μίεζα, τη γη των Μακεδόνων. Η διαχρονία της ποίησης και η ποίηση της διαχρονίας , συναντώνται στους Μακεδονικούς Τάφους, στη Σχολή του Αριστοτέλη και στο απαράμιλλο Μακεδονικό τοπίο. ΕΡΕΥΝΑ: Κατερίνα Κωστάκου. ΚΕΙΜΕΝΑ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Λευτέρης Ελευθεριάδης. ΜΟΥΣΙΚΗ: Πλούταρχος Ρεμπούτσικας. ΜΟΝΤΑΖ: Ραφαέλ Αλούπης. Δ/ΝΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: Κωστής Νικολόπουλος. ΣΕΝΑΡΙΟ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ηλίας Ιωσηφίδης. ΝΕΡΙΤ 2009 . . . ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: Ηλίας Τσέχος «Από πέτρα και χρόνο» (Σημειώσεις στο περιθώριο…) …………… Δήμητρα Σμυρνή Στα μονοπάτια της ποίησης πορεύεται το ντοκιμαντέρ του Ηλία Ιωσηφίδη «Από πέτρα και χρόνο», αφιερωμένο στον ημαθιώτη ποιητή Ηλία Τσέχο. Γυρισμένο πριν από έξι περίπου χρόνια στην αρχαία Μίεζα και το χωριό του, το Γιαννακοχώρι της Ημαθίας, καταγράφει τις λεπτές αποχρώσεις της ιδιαίτερης ποίησης του Τσέχου και την εκρηκτική προσωπικότητα του ποιητή. Σε μια πορεία μέσα στο χώρο του2015-01-07-Politismos-tsexos-gennethlia, είτε μοναχική, είτε συντροφική, με το σκηνοθέτη και το φακό του, η ποίηση του Τσέχου ξετυλίγεται και γίνεται εικόνα και ήχος ,παρασύροντας το θεατή σε συναισθήματα και σκέψεις. Σαν άλλος Οδυσσέας ο Τσέχος, με εμπειρίες ξεχωριστές, αγγίζοντας μέσα από τη δουλειά του- χορευτής και ηθοποιός- προσωπικότητες όπως η Δώρα Στράτου, ο Ρίτσος, ο Τσαρούχης, ο Αγγελόπουλος, ο Κούνδουρος, ο Ψαράς, ξαναγυρίζει στην Ιθάκη του, το χωριό του. Μια ταινία , που, με χαμηλούς τόνους και αφοπλιστική φυσικότητα ,αναζητά την ουσία των πραγμάτων. Τι είναι ποίηση, τι είναι επιστροφή, τι μνήμη; Τι είναι ζωή, τι θάνατος; Την απάντηση τη δίνει ο ποντιακός χορός του ίδιου του ποιητή, που, υψώνοντας το κορμί του στο πάλλευκο του χιονιού, ανάμεσα σε γη και ουρανό, μέσα σε μια έκσταση διονυσιακής μέθης, δηλώνει τον ακατάλυτο δεσμό του με τις ρίζες του, με τη γη του και τους ανθρώπους της. Άλλωστε, σύμφωνα με την ποίηση του Τσέχου, «κάποτε είναι όλα η επιστροφή…» Ένα ντοκιμαντέρ που αξίζει να δει κανείς……………..06ian2015-apo-petra-ke-chrono