Ηλίας Τσέχος ΄΄ ΤΑ ΠΛΗΘΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΄΄ 2013 . / . ΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗ

exofyllo-tsexos-web

Η νέα σοδειά της ποίησης

«Και πια ας χαθεί στου φεγγαριού τη στρογγυλήν αρένα που όντας νιο καμώνεται το λυπημένο αγρίμι. Κι ας σβήσει μες στη νύχτα αυτή χωρίς ψαριών τραγούδι μες στου καπνού που πάγωσε την κάτασπρη τη λόχμη». (Federico Garcia Lorca, ‘Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, Αθήνα, 1969)

Η ποιητική συλλογή του Ηλία Τσέχου ΄΄ Τα πλήθη του ενός ΄΄ αναπλάθει και μεταπλάθει την μοναδικότητα του ανθρώπινου όντος. Η άμεση, «ζωντανή» και πυρίκαυστη ποιητική του «πράξη» μετασχηματίζει τις «γωνίες» του ανθρώπινου σκέπτεσθαι προς την κατεύθυνση της βιωματικής «πράξης» και πρακτικής.
‘Τα πλήθη του ενός’ συνθέτουν, ψηφίδα-ψηφίδα, το ανθρώπινο παλίμψηστο, εκεί όπου ο άνθρωπος ως «σώμα» και σκέπτεσθαι περιδιαβαίνει τον αέναο «χωροχρόνο» της ύπαρξης. ‘Τα πλήθη του ενός’ επισφραγίζουν την μετάβαση σε μία νέα κατάσταση: στην κατάσταση σύνθεσης της μοναδικότητας του ανθρώπου με την πολλαπλότητα του πλέριου κόσμου που μας περιβάλλει.
Ο Ηλίας Τσέχος, ένας «εργάτης» και συνάμα διανοούμενος του λόγου και της «πράξης αποτελεί την «ζώσα» ενσάρκωση της βασικής ανθρώπινης συνθήκης: τα διανοητικά αγαθά «κόποις κτώνται». Η ποίηση του, «ζωντανή» και «ευέλικτη» σαν το τρεχούμενο νερό, «όμορφη» και «ευωδιαστή» σαν την ανοιξιάτικη πασχαλιά, «σκληρή», «συμπαγής» και «στιβαρή» σαν την πέτρα του τόπου του, νοτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, νοηματοδοτεί και ανασημασιοδοτεί εκ νέου το συλλογικό ανήκειν. ‘Τα πλήθη του ενός’ «καταβυθίζονται» στα λασπόνερα της ανθρώπινης ύπαρξης και αγωνίας με στόχο να ανασύρουν τον «πλέριο» άνθρωπο, τον άνθρωπο που θα ανάγεται, τώρα και πάντα, στο αέναο και λυτρωτικό φως της ποίησης.
«Όταν ο ήλιος πέφτει Πέφτει το φως διαθέσιμα Δαπανηρά στα μάτια Ακόμα κι αν ευθύνεται η ποίηση Αιώνια γράφει και περνά το φως Στον κόσμο υψηλής υπάρξεως». Η ποίηση ανάγει τον άνθρωπο στο φως, «στον κόσμο υψηλής υπάρξεως», εκεί όπου βγαίνουν τα χρώματα ενός λαμπερού ουράνιου τόξου, εκεί όπου διαχέονται τα αρώματα ενός ανοιξιάτικού πρωινού. Και «πέφτει το φως διαθέσιμα Δαπανηρά στα μάτια».
Η ποιητική εκφορά του Ηλία Τσέχου είναι «δαπανηρή», επίπονη και ακριβή. Θα λέγαμε πως το «φως της πέφτει δαπανηρά στα μάτια» ακριβώς διότι «φιλτράρει» τον πόνο και τα δάκρυα της «ψυχής» και του «σώματος», «εγγίζει» το ανθρώπινο σημείο-μηδέν, τον θάνατο, «χαρτογραφώντας» το κρισιακό πεδίο της ανθρώπινης ζωής. Και ακολουθώντας αυτή την επίπονη διαδρομή ανάγεται στο λυτρωτικό φως της ποίησης και της μνήμης, εκεί που ο «ένας» μετασχηματίζεται σε όλον, εκεί που οι πολλοί γίνονται ένας, ένας πλέριος Άνθρωπος που συντίθεται από μνήμη και πόνο, από δάκρυα και φως.
Η ποιητική του πράξη οδηγεί τον άνθρωπο της μνήμης «στον κόσμο της υψηλής υπάρξεως», ήτοι στον κόσμο της «κίνησης» προς τα μπρος, προς το μέλλον που θα επικαθορίζεται από το Ανθρώπινο δάκρυ που είναι η βασική έγκληση της ανθρώπινης ύπαρξης.
«Εξηντάρης Ώριμη σκουριά Εαρινή Μαργαρίτα Ελάφι παραπάνω κιλά Μουντζώνοντας μνημόνια Το καπιταλισμένο σώμα Οπλισμένος Το λίγο σκουπίδι Πολύ στους Τάφους μας Στα Εβδομήντα με εξήντα τρέχοντας Αγχόνη αναβάλλεται Ο πληθυσμός του χρόνου Εξηντάρης Καμία συμπεριφορά Αφήνοντας με να πονάει». Ο ποιητής αφουγκράζεται και αναστοχάζεται το «τώρα», το επώδυνο «σήμερα». Με τον ποιητικό του λόγο «φιλτράρει» και «ανατοκίζει» την σημερινή μνημονιακή «κανονικότητα», συνομιλώντας με τις συνθήκες διάχυσης του πόνου και της οδύνης, με τα μνημόνια και το «καπιταλισμένο σώμα».
Με μία του φράση, ο ποιητής αποδίδει έρμα στο επίπονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, συνθέτοντας μία φράση απίστευτης διανοητικής δύναμης και τραχύτητας: «Το καπιταλισμένο σώμα» που πλέον φέρει και εκφέρει νούμερα και αριθμούς, παραδομένο σε μία κανονιστική ορθολογικότητα που επανιεραρχεί τον κόσμο, τον κόσμο που νοείται ως «μηχανική» υλικότητας και ορθολογικότητας.
Ο ποιητής ουσιαστικά αναρωτιέται: ποιος βασικός ανθρώπινος νόμος συγκροτεί το «καπιταλισμένο σώμα», το σώμα της υλικής ανθρώπινης οντολογίας, το σώμα που συνθέτει χρηματικά έρμα; «το καπιταλισμένο σώμα» του Ηλία Τσέχου, το σώμα που είναι σύμφυτο με την περιώνυμη μνημονιακή οντολογία και «κανονικότητα» συναντά την έννοια της «γυμνής ζωής» του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν. «Το καπιταλισμένο σώμα» περιέχει την «γυμνή ζωή», την ζωή που «συρρικνώνει» ανθρώπινα νοήματα, υποδείγματα και αξίες, την ζωή που «κάμει το φως σκοτάδι», την ζωή που ορίζεται ως «αβίωτος βίος».
Και όμως, ο Ηλίας Τσέχος «μουντζώνει τα μνημόνια», ήτοι την βασική συνθήκη συγκρότησης του σημερινού «αβίωτου βίου». Αγκαλιάζει το ανθρώπινο σώμα προσδίδοντας του, μέσω της ποιητικής φοράς, έρμα, νοήματα και αξίες, προσδίδοντας του έρωτα και ζωή που κινούνται πέρα και πάνω από το «λίγο σκουπίδι που είναι πολύ στους τάφους μας». Η ποιητική πράξη μετασχηματίζει το «καπιταλισμένο σώμα» σε βαθιά ανθρώπινο και ερωτικό, σε αφετηριακή συγκρότηση και σύλληψη του αρχέγονου και πρωτόλειου στοιχείου της ζωής που είναι η πάντα ερωτική και μυσταγωγική θέαση του πλέριου κόσμου.
«Η αγχόνη αναβάλλεται», ο «πληθυσμός του χρόνου», περιέχει το πεδίο του χώρου, εκεί όπου ο ποιητής «ζει» και αρθρώνει αφετηριακές μνήμες και πράξεις. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο «πληθυσμός του χρόνου», νοείται ως κίνηση και υπέρβαση της νεκρικής αδράνειας και της «σιωπής της πέτρας», ενώ, την ίδια στιγμή, περιέχει και τον ίδιο τον τίτλο της ποιητικής συλλογής: ‘Τα πλήθη του ενός’, ήτοι ο χώρος συνάντησης μίας μοναδικότητας με τον «πληθυσμό του χρόνου», με τον «πληθυσμό» της ποίησης και του φωτός. «Το πλήθος είναι μια δημόσια πολλαπλότητα μοναδικοτήτων, ένα ζώον πολιτικόν με πάμπολλα μέλη». Το πλήθος αρθρώνεται στον «χώρο» και στον «χρόνο», γινόμενο ο ένας της αφετηριακής έγκλισης και οι πολλοί της συλλογικής μνήμης και πράξης.

«Καλό και μοναχό μου όνειρο Καλώ και μοναχώ ζωή Για όσα δεν γεννήθηκες».
«Για όσα δεν γεννήθηκε η ζωή» ως πράξη και εκφορά του ανθρώπου και ως καταστάλαγμα της βιωματικής κίνησης του ενός. Ο ποιητής φέροντας «πύρινες» λέξεις καλεί το όνειρο και το όραμα, την ζωή και τη μνήμη σε μία νέα και βαθιά ανθρώπινη μυσταγωγία. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου προσδίδει κίνηση και «φωνή» στα αιωνίως σκουριασμένα αγάλματα του παρελθόντος, στις πέτρες που ορίζουν και αντανακλώνται στο χώρο. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου ρίχνει «λυτρωτικό αλάτι» στην βαθιά ανθρώπινη πληγή, καυτηριάζει μνήμες, φωνές και σύνορα, «εγγίζει» το νόημα της ύπαρξης, προσπαθεί να υπερβεί το «αρτηριοσκληρωτικό τέλμα».
Από το μικρό Γιαννακοχώρι και με όπλο του την ποίηση συγκροτεί τον άνθρωπο από πέτρα, μνήμες και χώμα, «ανασύροντας» στο φως τις πρώτες ύλες της ανθρώπινης ύπαρξης. Και από το μικρό Γιαννακοχώρι περιδιαβαίνει τις πολύβουες και πανανθρώπινες πλατείες του δικού μας, ολόδικού μας λυτρωτικού μέλλοντος. Από το μικρό Γιαννακοχώρι αρθρώνει το μερικό με το γενικό, ως ο «ένας» ποιητής που «βυθίζεται» στην μυσταγωγική πολλαπλότητα της ζωής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s