Ω ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝ ΖΗΣΑΤΕ,ΓΙΑ ΤΙ! -ηλι τ- Τόλης Νικηφόρου

DSCN2038

ΚΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

καμιά φορά αργά το βράδυ

ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι

με προσμονή την πόρτα ανοίγω

αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι

κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα

το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο

από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω

αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν

σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ

πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα

του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα

κι αυτή της μάνας μου

η πανταχού παρούσα απουσία

μήπως και είναι εδώ

το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι

η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο

με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί

μήπως και είναι εδώ

το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι

μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα

η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω

κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου

τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν

όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

ΆΦΥΤΟΣ, 2

είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα, ζουζούνια, αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

ΕΝΑΣ ΚΟΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

φόρεσε τη γραβάτα
το λευκό του πουκάμισο
τα γυαλισμένα του παπούτσια
το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
και λύγισε τη μέση

κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
μόνιμα το ξεχνάει
να ψάξει μέσα του
φοβάται μην ανακαλύψει
ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

και τι θα γίνει τότε
η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

σε μια ρωγμή του τοίχου

σε μια σχισμή του βράχου

στην έρημο άγριο φυτό

να ζήσω ήμουν ταγμένος

και ν’ ανθίσω

με τα ελάχιστα της γης

και τα πιο λίγα τ’ ουρανού

με το βαθύ γαλάζιο

και το κόκκινο

με το δικό σου χνώτο

να φλέγομαι ταγμένος

να φλέγομαι και να ονειρεύομαι

με όλες τις αισθήσεις μου

με την ψυχή μου

Θα ‘ναι δικός μας αύριο ο κόσμος

 

 

ΛΕΞΕΙΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ’ αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης

μέσα στο κάθε κύτταρό μου
ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία
έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει
ο καθημερινός τριγύρω θάνατος

πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε, πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου

ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s