Ω ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝ ΖΗΣΑΤΕ,ΓΙΑ ΤΙ !ηλι τ – Διονύσης Μαρίνος

DSCN4243

τώρα
ο ήχος του νεροχύτη έχει κάποια σημασία
πιάτα που κάτι θέλουν να πουν
οι μύγες με μια δόξα ηλιακή
σε ψάχνουν περισσότερο από εμένα
πέφτουν στα βρόμικα νερά
σε ξεχνούν
έπειτα από 395 ημέρες και εννέα δευτερόλεπτα
έχω χάσει κάποιους καρπούς
ουρλιαχτού
την αίσθηση των ρολογιών που αναπνέουν
την ξυριστική σου μηχανή
το μαξιλάρι που έβρεχες
μήλα στον ύπνο σου
με κορόιδεψες
και σε κορόιδεψα
δεν έχει κάτι άλλο από εδώ
μόνο φατρίες τοίχων
και μια τελειότητα πατώματος
χτυπημένου από πτώσεις
τώρα
μπορούμε να δούμε μια ταινία
αλλά εσύ δεν έχεις μάτια
μπορούμε να περπατήσουμε
αλλά σου λείπουν τα πόδια
να κρατηθούμε χέρι-χέρι
δίχως ο χρόνος να κεραυνώσει τους κρίνους
όμως τα δάχτυλα
στερούνται πυγμής ζωής αλήθειας
στερούνται εσένα
και καθετί που σε έπλασε
τώρα
θα χαθούμε
με μιαν αποδοχή ανέμου
και λίγη φθορά στις λέξεις
και με καρδιά που δεν αντέχει άλλα σύννεφα
ούτε πυροβολισμούς ανθρώπων
το τηλέφωνο θα χτυπήσει αλλά αν δεν θα είσαι εκεί
θα σου πάρω καινούργιο πουκάμισο
και παντελόνι
και παπούτσια
αλλά δεν έχω άλλο σώμα να σου δώσω

τώρα
ο μόνος τρόπος
είναι αυτά τα βρόμικα πιάτα
στο νεροχύτη
σκοτεινά και τυχερά
στην ακινησία τους

έρχομαι από πολύ μακριά
από το τύμπανο της μασχάλης σου
έρχομαι
κι από τη σπάνια τάξη
του λαιμού

έχω δρόμο μπροστά μου
πόλεις και σπίτια να διανύσω
σύννεφα να μασήσει η φωνή μου
κι άλλων χεριών το μελάνι
να ξεφυλλίσω

μέχρι τα μάτια σου
να φτάσω
θα μ’ έχει χτυπήσει η ζωή
και το νερό της επαύριον

η νύχτα θα με θέλει
η κλεισμένη πατρίδα μου

κι ο χρόνος:
ψίχουλο στο σαγόνι

τώρα, από καιρό
μας έχουν ξεχασμένους
γιορτές αγίων πέρασαν από πάνω μας
η ανάστροφη θάλασσα κάποιου χειμώνα
και το μαβί τροπάρι των λέξεων

τώρα, εδώ και χρόνια
μας έχουν αποστηθίσει
οι πέτρες – οι συλλαβές των βουνών
τα δάχτυλα θεμέλια της χαράς
και η υγρασία του ύπνου

ούτε και σήμερα, ούτε και αύριο
θα περάσουμε απέναντι
και τα παιδιά θα συνεχίσουν το παιχνίδι τους
αγνοώντας
πως πλήθυναν –ξαφνικά- τα ξύλα των ματιών τους

να’ ναι το ποίημα
γυναίκα με το γέλιο της Αγαύης
να’ ναι του κρεβατιού η κόρα
που την βουτάς και τρίβεται
να μην ομνύουν σ’ αυτό
ερωτευμένοι
κι ούτε τα αγρίμια με τους ραμμένους χάρτες
στις παλάμες
να’ναι το άσπρο μακό
που κοιμάται στο στέρνο σου
και κάτι υπαίθρια καφενεία
που οι τρελοί μαλώνουν για παράθυρα
να’ναι το ποίημα
η όγδοη μέρα που αφήσαμε ενέχυρο
να’ναι τα γένια σου σαν πήρανε φωτιά
και λαίλαπα το πρόσωπο· σου μοιάζει
να’ναι καπέλο ακατοίκητο
κλοπιμαίο, κι αυτό, μιας κάποιας πράξης
ηρωικής
σακούλες πένθιμες των σούπερ μάρκετ
(αυτό να είναι)
-λίγο γάλα, μακαρόνια, καφές, ένα μπουρίνι ξαφνικό-
ας είναι και τσιγάρο δανεικό
να καίει με μνήμη ανθρώπινη,
ο τελευταίος ασπασμός
πριν μας ξεχάσουν στο κοιμητήρι του σπιτιού·
μόνο μην έχει κρύο και δυόσμο ξεραμένο
δεν φτιάχνεται ποίημα θυσιάζοντας πεθαμένους·
μόνο γερούς –
και κάνε να μην λέγεται ποίημα
να μην έχει λέξεις και νοήματα
να μην ξυπνάει, να μην κοιμάται
καμιά φιλοδοξία μην έχει να διαβαστεί
μόνο να στάζει απαλά και μ΄ απορία
μέσα σε τρύπια τσέπη
που χέρι δεν αντέχει να ζεστάνει –
αυτό να είναι

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s