«Ηλίας Τσέχος, Νόμοι της Μνήμης και του Νόστου» – Γράφει ο Παντελής Τσαλουχίδης

cropped-1002980_295516847260483_1574424940_n1.jpg
Ένα πρωί
ξεχάστηκε ο ήλιος
Ξεθάρρεψαν οι δικαστές και σήκωσαν τα μέτωπα ψηλά
Οι άνθρωποι
θυμήθηκαν τον όρκο τους
και άνοιξαν μια χαραμάδα
στον ουρανό
Θεόκλητος Καρυπίδης Πίνακας (1961)

Αν έψαχνε κανείς μία και μοναδική λέξη να χαρακτηρίσει την ποίηση του Ηλία Τσέχου, πιστεύω ότι αυτή θα ήταν η λέξη «ποταμός». Είναι μια λέξη που συνδυάζεται ποικιλότροπα τόσο με την προσωπικότητα όσο και το έργο του. Σαν ποταμός λοιπόν άλλοτε σταλιά σταλιά, άλλοτε πλημμύρα, φορές χάνεται σε υπόγειες διαδρομές μα ξαναφανερώνεται σε άλλο χρόνο και τόπο, πολύβουος ή σιωπηλός, συχνά μοιάζει ήρεμος και ευθύς αλλά λίγο πιο κάτω γίνεται ορμητικός, γεμάτος απότομα βράχια και καταρράκτες. Ένα πρωτεϊκό στοιχείο χαράζει και ορίζει τη ζωή και τις πράξεις του Ηλία Τσέχου, ένας μικρός ποτάμιος θεός, ίσως ο Δάφνις ποταμός που το όνομά του στην ποντιακή λαλιά κοσμεί την τρίτη συλλογή του ποιητή. Αυτό το στοιχείο- ή στοιχειό – θέλησε κατά τα φαινόμενα να αναδείξει και η δεύτερη ταινία του Ηλία Ιωσηφίδη, όπως τουλάχιστον υποδηλώνει ο τίτλος της: «Ηλίας Τσέχος – ή σταγόνα ή ωκεανός»
Ως σήμερα ο Ηλίας Τσέχος έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές: «Έρημη Αλήθεια», Κέδρος 1978, «Ταγμένα» (Διογένης 1980), «Δάφνε Πόταμε» (Διογένης 1981), «Ανθέμια» Κέδρος 1982), «Τα πάθη που φοράς» (Θεωρία1983), «Φωνές σ’ ένα Μουσείο, Απρόοπτη Ύλη, Μύθοι Σγουροί» (Ηριδανός 1985), «Διώροφο Μέλλον» (Σύγχρονη Εποχή 1988), « Ή Σταγόνα ή Ωκεανός» (Ούτις) 2011, ‘ Νόμοι Αφιερώσεων ‘ 2012 ( Ούτις ), και πρόσφατα’ Τα Πλήθη Του Ενός ‘ ( Κουίντα ) 2013 , στο οποίο , εδώ, δεν αναφέρομαι…

Οι πρώτες επτά μέσα σε μια δεκαετία, 1978-1988. Και έπειτα εκδοτική σιωπή μιας εικοσαετίας και βάλε. Η απάντηση από τον ίδιο σε συνέντευξή του στη Δήμητρα Σμυρνή το Φεβρουάριο του 2010, για την εφημερίδα Επίκαιρα (26-03-2010):’ Πολύ απλά, δε γεννήθηκαν ποιήματα. Το ’88 τέλειωσε η συνεργασία με τη Δώρα Στράτου. Ακολούθησαν συνδικαλιστικοί αγώνες. Υπήρξε μερική δικαίωση από την τότε υπουργό, Μελίνα Μερκούρη. Κούραση. Σταμάτησαν οι διεκδικήσεις. Ανεργία. Έφυγα στην Ελβετία για τρία χρόνια. Δεν έμεινα. Δε φυλακίστηκα στα «χρυσά κλουβιά» της Ευρώπης. Δεν το μετάνιωσα. Πόνος, σκέψεις, καρτερία, μάχες, επιλογές, αποφάσεις. Αυτά τα χρόνια δε μπορούσε να γεννηθεί ποίηση. Έτσι συνέβη’.
Τα παραπάνω μαζί με την υποχρεωτική επιστροφή του ποιητή στη γενέτειρά του και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε , συνετέλεσαν ώστε και ο ίδιος να σχολιάσει σε ένα αυτοβιογραφικό του σημείωμα:’ Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, με τούτα και τ’ άλλα, έχω να εκδώσω 20 έτη… απίστευτο ‘. Βέβαια η εκδοτική σιωπή δε σημαίνει απαραίτητα και πλήρη ποιητική αφωνία. Η ποιητική πράξη, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής, είναι μια αδήριτη ανάγκη:’ Νομίζω πως πριν αρχίσω να γράφω δεν άκουγα τον εαυτό μου, άκουγα μόνον τους άλλους. Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη ν’ ακούσω τη δική μου φωνή’ . Είναι λοιπόν η ποίηση για τον Ηλία Τσέχο μια διαδικασία αυτογνωσίας και ως τέτοια δεν μπορεί να καταργηθεί , όσο και να πέρασε σε δεύτερη μοίρα για καιρό.

«Σχετικά αργά» θεωρεί ο ποιητής ότι μπήκε στην ποίηση. Μάλλον υπερβολικός γιατί εκδίδει την πρώτη του συλλογή στα εικοσιέξι του χρόνια, με υλικό δύο και πλέον χρόνων. Ωστόσο το πρόβλημα του ήταν άλλο: «Απαίδευτα σχεδόν μπήκα στην ποίηση. Ελάχιστα διαβάσματα. Δεν είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Έπρεπε να διανύσω χιλιάδες χιλιόμετρα, για να καλύψω τα κενά. Θεωρούσα πάντα ευτυχείς τους ποιητές των πόλεων, γιατί εκείνοι ήδη είχαν καλύψει τη μισή «γη», ενώ εγώ έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή, για να καλύψω την περίμετρο της «ποιητικής μας γης». Κάλυψα τα κενά. Πολλά διαβάσματα.»

Κανείς δεν αρνιέται ότι τα διαβάσματα μπορούν να χαρίσουν σε έναν λογοτέχνη πόντους εμπειρίας ούτε αμφισβητεί την ποικίλη χρησιμότητά τους. Άλλωστε, τριανταπέντε χρόνια πριν, το χάσμα ανάμεσα σε επαρχία και πρωτεύουσα στην ενημέρωση για τον πολιτισμό (τάσεις και λογοτεχνικά ρεύματα, αναγνώσεις ελλήνων και ξένων ποιητών ήταν τεράστιο – όχι πως σήμερα είναι ασήμαντο). Γίνεται άλλωστε φανερό συγκρίνοντας ποιητές ίδιας γενιάς, όπως η γενιά του ‘70, που κινούνται στην περιφέρεια με εκείνους που ζουν στην Αθήνα. Στην περίπτωση όμως του Ηλία Τσέχου (και σε άλλες παρόμοιες) η «απαιδευσιά» αυτή έχει κάποιες αξιόλογες θετικές όψεις. Ο αυθορμητισμός και η έλλειψη πόζας, στοιχεία του ποιητή που διακρίνουν όλοι οι κριτικοί του έργου του καθώς και η τόλμη στην έκφραση – που εν τέλει δηλώνει και μια άγνοια κινδύνου – δεν θα υπήρχαν ενδεχομένως αν ο ποιητής ήταν πιο «λόγιος» και πιο υποψιασμένος στα ποιητικά.Το ίδιο θα ίσχυε και για τη σχέση του ποιητή με τη δημοτική παράδοση (δημοτικό τραγούδι, ποντιακή παράδοση), επίσης οργανικό στοιχείο της ποίησής του. Φαίνεται λοιπόν πως αν η ανάγκη για έκφραση είναι πηγαία και αυθεντική και υπάρχει και το ταλέντο, ο δρόμος για την ποίηση θα ανοίξει παρά τα όποια εμπόδια.
Με βάση το έτος γέννησης (1952) και το έτος έκδοσης της πρώτης συλλογής (1978) ο Ηλίας Τσέχος ανήκει στη γενιά του ΄70. Λίγα πράγματα όμως μοιάζουν να τον συνδέουν με αυτή: περισσότερο το χιούμορ και η (ήπια) σάτιρα, η ελευθερία στην έκφραση και το ευρύ φάσμα θεματικού υλικού. Λείπουν οι ντόπιες και ξένες λόγιες επιδράσεις , η αμφισβήτηση του κοινωνικού status υπάρχει αλλά διατυπώνεται μάλλον υποτονικά και γενικότερα η κοινωνική κριτική δε μετασχηματίζεται εύκολα σε πολιτική καταγγελία, τουλάχιστον ως τη συλλογή ‘ Ή Σταγόνα Ή Ωκεανός ‘ 2011, ένα σημείο που η ζωή του ποιητή δε συμπίπτει με την ποίησή του.

Εξετάζοντας το σύνολο των συλλογών του Ηλία Τσέχου διακρίνει κανείς ότι στις πρώτες πέντε συλλογές , έως και ‘Τα πάθη που φοράς ‘‘, τα ποιήματα είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους εξαιρετικά ολιγόστιχα και με μορφή επιγράμματος (είναι χαρακτηριστικό ότι εικοσιπέντε ποιήματα συνολικά σε αυτές τις συλλογές τιτλοφορούνται «Επίγραμμα»). Η επιγραμματικότητα και η συντομία εξηγεί το μεγάλο αριθμό ποιημάτων ανά συλλογή: στις τέσσερις πρώτες σαράντα πέντε έως σαράντα εννιά, κάπως λιγότερα στις δύο επόμενες, μόλις εικοσιπέντε στην έβδομη. Λακωνική έκφραση, απλότητα , εξομολογητική διάθεση και ένας αυθόρμητος, από καρδιάς λυρισμός που πραγματικά συγκινεί τον αναγνώστη, είναι τα μέσα του ποιητή που εντόπισε σχεδόν αμέσως με το ξεκίνημά του η κριτική. Ό,τι απασχολεί τον ποιητή είναι ο πυρήνας της κατάστασης ή του γεγονότος και οι άμεσες προεκτάσεις του. Χωρίς περιττά λόγια, με μετρημένους και λειτουργικούς τους επιθετικούς προσδιορισμός, με εύστοχη
επιλογή των ρημάτων

Λευτεριά
μόνο η λέξη σου
λεύτερη είναι
ή
Με λέγαν ποταμό
μα εγώ
στην άκρη της θάλασσας
δεν είχα όνομα
ή
Από τη μία όσα έφτασα
από την άλλη
όσα θέλω

Να σημειώσω πάντως ότι το εγχείρημα αυτό δεν είναι εύκολο. Η μικρή φόρμα, το ελλειπτικό ποίημα, απαιτεί μεγάλη εμπειρία και εκφραστική πειθαρχία, στοιχεία που δε βρίσκει κανείς σε πρωτόλειο ενός ποιητή. Ο κίνδυνος να ξεπέσει η ελλειπτικότητα σε στέρηση και ένδεια είναι πάντα μεγάλος· από την άλλη δυο λέξεις παραπάνω και το ποίημα παραφουσκώνει και χαλά. Το επίτευγμα του Τσέχου είναι πως περιόρισε σημαντικά τις παραπάνω απώλειες τόσο στην πρώτη συλλογή όσο και στις υπόλοιπες. Και γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν σκεφτεί κανείς ότι εκδίδει συνεχόμενα, χρόνο με το χρόνο, και κάθε φορά βελτιώνεται. Παραδείγματα: από τη δεύτερη συλλογή:

Πώς χώρεσε ολάκαιρη μέρα μέσα μου
Πώς χώρεσες ανάμεσά της
από την τρίτη (με τίτλο ‘‘ Δώρα Στράτου “)
Όνειρο δεμένο
Ελληνικά δοσμένο
Όπως το ήθελε
Όπως το θέλει
Ο τόπος αυτός ο τόπος
από την τέταρτη: (με τίτλο «Από τον τάφο των Ανθεμίων»)
Όταν ζεις ένα όνειρο
Ηφαιστίων
Εξακολουθεί να είναι
Όνειρο
και από την πέμπτη:
Το θαρραλέο των βουνών
Και των βυθών η άμμος
Κυρά μου Κυρά μου
Και λόγια μέτρησα και πράξεις

Και σε εκτενέστερα ποιήματα (με εξαίρεση ένα και μόνο δεν ξεπερνούν πάντως τους είκοσι στίχους) τα οποία συνήθως καταγράφουν μια έξαρση συναισθημάτων, υπάρχει ένας συνεχής αγώνας για έλεγχο και συγκράτηση του λόγου, μια προσπάθεια να αποδοθεί η συγκίνηση χωρίς στολίδια και μαλάματα με περίτρανη απόδειξη το αυτοβιογραφικό ποίημα «Απόσπασμα» από όπου αποσπώ τους αρχικούς στίχους:

Έτυχε να’ χαμε αέρα πολύ
Ξερίζωνε τις αμαρτίες και τις μέρες τους
Έκανε τα όνειρα ήχους
Και έδιωχνε μακρυά τις προκηρύξεις

Η συλλογή » Δάφνε πόταμε ‘‘ παίρνει το όνομα της από στίχο του ποντιακού άσματος «Τη Τρίχας το γεφύρ’». Ο ποταμός Δάφνις είναι ενδεχομένως ο Πυξίτης ποταμός και το γεφύρι βρίσκεται στο 18ο χιλιόμετρο Τραπεζούντας – Ερζερούμ.
(Το θέμα του αέρα χρησιμοποιήθηκε πολύ στην κοινωνική ποίηση, όπως πρόσεξε πρώτος ο Μ. Μερακλής εξειδικεύοντας τις παρατηρήσεις του στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη ( Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία 1945-1980. Μέρος πρώτο: Ποίηση, εκδ Πατάκη, Αθήνα,1987, σελ. 225-226). Εδώ έχουμε άλλη μια επιτυχή χρήση του θέματος – δε γνωρίζω ωστόσο αν είχε τότε διαβάσει ο ποιητής Λειβαδίτη και το ‘ Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου ‘ 1953 ).
Οι δύο συλλογές που ακολουθούν, ‘ Φωνές σ’ ένα Μουσείο, Απρόοπτη Ύλη, Μύθοι Σγουροί ‘ (Ηριδανός 1985), « Διώροφο Μέλλον » (Σύγχρονη Εποχή 1988), διαφοροποιούνται τόσο στη φόρμα όσο και στην τεχνική. Η πρώτη αποτελείται από τριάντα οκτώ σύντομα τρίστιχα ποιήματα όπου η λογική οργάνωση των νοημάτων έχει αν όχι καταργηθεί, τουλάχιστον υποχωρήσει σημαντικά προς όφελος της ίδιας της φόρμας. Το εξαιρετικά μικρό τους μέγεθος δεν βοηθά τις περισσότερες φορές στην κατανόησή τους·υποψιάζομαι ωστόσο ότι, πέρα από τον δεδομένο πειραματικό τους χαρακτήρα, ο ποιητής προτείνει έμμεσα μια συνεχόμενη ή συγκριτική ανάγνωσή τους. Παράδειγμα:

Σουτάρεις ευκαιρίες
απρόοπτη ύλη
αίμα ταχτοποιείς
και στη συνέχεια:
Χτίζεις ρυθμούς
φιλία
συμβούλους μοναξιάς

Πάντως μια τέτοια εξέλιξη δεν πρέπει να μας ξενίζει, γιατί σε όλες τις συλλογές ο ποιητής πιέζει τη συντακτική δομή της γλώσσας, προσπαθώντας να κερδίσει την αμεσότητα και την καθαρότητα στην καλλιτεχνική έκφραση του βιώματος με οποιοδήποτε συντακτικό -ενίοτε και γραμματικό – τίμημα.
Στη συλλογή ‘‘ Διώροφο Μέλλον’ 1988, το ποίημα αποτελείται πάντα από δύο στροφές, φαινομενικά πεντάστιχες ή εξάστιχες, που όμως θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως δύο στίχοι-παράγραφοι. Η πρώτη στροφή του πρώτου ποιήματος:

Μαθαίνω μ΄ αγαπούσες
Χίλια καντήλια ανάβοντας
Σε τετρακόσιες εκκλησιές που περνούσες
Μύριζε λάδι το νησί
Έστω και αν σε θωπεύουν άλλου χέρια
Αμάραντος Αμάραντος
Μαθαίνω δε λησμονήθηκα

Και σε αυτή τη συλλογή, με εξαίρεση το πρώτο και το τελευταίο ποίημα, η λογική ακολουθία διαλύεται καθώς καταγράφονται σχεδόν συνειρμικά σκέψεις και βιώματα και ο κοφτός και σύντομος λόγος εντείνει περισσότερο την αποσπασματικότητα.

Η συλλογή ‘‘ Ή Σταγόνα ή Ωκεανός ‘‘ 2011, έχει βέβαια κάποια κοινά σημεία με τις προηγούμενες, ωστόσο οι διαφορές της είναι πολύ περισσότερες και αντανακλούν το χρόνο – είκοσι τρία χρόνια ! – που την χωρίζει από εκείνες. Αποτελείται από τριάντα εννιά ποιήματα και δεκαοκτώ χαικού. Ο αρχικός τίτλος ήταν «Παιώνιες Κράστας», ‘ Παιόνα Βασιλείες ‘, ένας φόρος τιμής στις όμορφες παιώνιες που στολίζουν την άνοιξη το φαράγγι της Κράστας στο χωριό του ποιητή, το Γιαννακοχώρι, επιλέχθηκε στο τέλος όμως ο τίτλος του ομώνυμου ντοκιμαντέρ του Ηλία Ιωσηφίδη που καταγράφει τη ζωή του ποιητή, όχι όχι… το Ντοκιμανέρ πήρε τον τίτλο της απο ένα στίχο της συλλογής! Το μέγεθος των ποιημάτων ποικίλλει αλλά πολύ σπάνια ξεπερνά τους είκοσι στίχους, συνηθέστερα ανάμεσα δέκα με δεκαπέντε στίχους· η αρχή της συντομίας και λιτότητας τηρείται. Ένα ιδιάζον χαρακτηριστικό είναι οι διπλοί τίτλοι σε πολλά (δεκαοκτώ συνολικά) ποιήματα. Άλλοτε – συνηθέστερα – ο ένας συμπληρώνει νοηματικά τον άλλον

Στις άκριες της στάχτης / Ταξίδια πολλά
ή
Σαν φεγγάρι κάμπου/ Πτώσης Δοτικής
άλλοτε λειτουργούν εναλλακτικά
Στα κάστρα
Να ξέρετε το μέλλον πάντα συγχωρεί
άλλοτε ο δεύτερος τίτλος επεξηγεί ή και επεκτείνει τον πρώτο
Δεν είναι αθώο το αίμα / Σπονδή στη λαδωμένη αλυσίδα
ή
Παιώνιες Κράστας / Παιώνιες βασιλείες Κράστας

Σε κάθε περίπτωση η ποίηση του Ηλία Τσέχου επιδιώκει τη λακωνική σε πρώτη φάση διατύπωση, (οι πρώτες πέντε συλλογές), ελλειπτική στη δεύτερη (η έκτη και έβδομη συλλογή).
Πάντως, παρά τα όποια υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά που διατηρεί και εδώ ο ποιητής, κινείται περισσότερο στο χώρο του συμβολισμού, με κλειστό συχνά και δυσπρόσιτο σύστημα συμβόλων, με την ίδια – συχνά προκλητική – διατάραξη των συντακτικών κανόνων, αλλά με λιγότερη διάθεση για πειραματισμό και με πιο συχνούς τους υψηλούς τόνους, κυρίως όταν το θέμα έχει σχέση με τη φύση ή την ιστορία.

Η νέα συλλογή του Ηλία Τσέχου «Νόμοι Αφιερώσεων» 2012, σήμερα προτελευταία, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του στην ποίηση με τη συλλογή «Ή Σταγόνα ή Ωκεανός» (2011), κινείται επίσης περισσότερο στο χώρο του συμβολισμού, συνεχίζει την παράδοση της εσκεμμένης αδιαφορίας για τους συντακτικούς κανόνες , διατηρεί τα ίδια με την προηγούμενη εκφραστικά χαρακτηριστικά και επαληθεύει για πολλοστή φορά το πρωτεϊκό στοιχείο που χαράζει και ορίζει τη ζωή και τις πράξεις του Ηλία Τσέχου, όπως έγραφα παλαιότερα. Τριάντα πέντε ποιήματα και τριάντα έξι χάικου η ποιητική σοδειά. Ανάμεσά τους τρία πεζά ποιήματα, το «Ευγνωμοσύνη ταξιδεύοντας», το «Αγαπημένο μακεδονικό τοπίο» και ο «Μουσικός Δρυμός» αποτελούν την καινοτομία της συλλογής – ο Τσέχος δεν επιχείρη-σε ως τώρα ένα ξεκάθαρα πεζό ποίημα μ’όλο που επανειλημμένα έχει πλησιάσει σε τέτοια επιλογή. Δεν είναι το μόνο αξιοσημείωτο οι δύο συνεχόμενες συλλογές μετά από εκδοτική σιωπή είκοσι δύο χρόνων· είναι πιο πολύ το έντονο ανεβοκατέβασμα της έντασης του ποιητικού λόγου από ποίημα σε ποίημα και η εναλλαγή σύντομων και επιγραμματικών, συχνά ελλειπτικών ποιημάτων (ανάμεσα σε αυτά μονόστιχα, επιγράμματα και χάικου) με εκτενέστερα και πλατύτερα· απαραίτητα τα τελευταία όταν η συναισθηματική ένταση κορυφώνεται και ζητά χώρο να εκφραστεί. Στους «Νόμους Αφιερώσεων» επιπλέον, σε αυτά τα κοινά με την προηγούμενη συλλογή χαρακτηριστικά, προστίθεται ένας δυναμικός και συχνά βίαιος πολιτικός λόγος που δε μένει στον επικαιρικό από το οποίο αφορμάται αλλά επεκτείνεται σε συνολικότερη θεώρηση, πολιτική, κοινωνική, εθνική. Είναι η πρώτη φορά που η ποίηση του Τσέχου εκφέρει ρητά και άμεσα λόγο πολιτικό· έχει λοιπόν ιδιαίτερο βάρος η επιλογή αυτή του ποιητή. Όπως και η επιλογή των αφιερώσεων σε γνωστούς και οικείους που φωτίζει τον τίτλο της συλλογής, Νόμοι Αφιερώσεων. Η αφιέρωση ενός ποιήματος είναι νομίζω η ανάγκη του ποιητή να στείλει ένα προσωπικό, κωδικοποιημένο μήνυμα στον κάθε αποδέκτη της αφιέρωσης, πέρα από τις όποιες προσλαμβάνουσες των υπόλοιπων αναγνωστών. Μένει στους αποδέκτες της αφιέρωσης να προχωρήσουν στην αποκωδικοποίηση. Και όπως πάντα οι καλύτερες, πιστεύω ,στιγμές βρίσκονται στα ελεγεία της μνήμης: μνήμη των φίλων σε μακρινές χώρες ή μακρινούς καιρούς, μνήμη που δεν απαλλοτριώνεται ούτε καταργείται, όποιο κι αν είναι το σήμερα:

Κάθε φορά που αντικρίζω την Πύλη του Αδριανού
Ως σκηνικό θεών, από την οδό Λυσικράτους
Εμπρός μου φανερώνεται ο γαλαξίας Τάκης Βαμβακίδης
Πετώ την σκούφια μου, τα σπλάχνα
Την αρχή της ζωής μου εν Αθήναις 1976
Δεν πήγε άδικα, Ούτε ξενιτειά
`
Και ακόμη σε πιο ελάσσονες τόνους , συχνά με λεξιλόγιο από την ποντιακή διάλεκτο, οι πιο επώδυνες μνήμες για τα οικεία πρόσωπα που πέρασαν στην αντίπερα όχθη της Αχερουσίας:

Μεγάλεψα αδερφάδες
Μαζί σας σώος ταξιδεύω
Η μάνα σε παντοτινό τραγούδι
«Αραύετε με όλ, θ’ αραύετε με
Και ποιο πολλά εσύ πουλίμ»
Ας μην τελείται η λαλία τς, τα παράπονα τς
Ποίος να έλεεν πως μίαν κι άλλο κι αφιλώγα την
Κι αφάζα την κι αλλάζα την και ας γουζεύω
Μάνα! Δος χαιρετίας τον πατέ-ρα μ΄
Ας συ Μπάρας τα χωράφε πέα τον

Μια μόνιμη κατάφαση στη ζωή είναι τα ποιήματα του Ηλία Τσέχου. Στις χαρές και ομορφιές της μα και στις λύπες και στον πόνο της. Το «Αλκοόλ της ποίησης» κατά το ομώνυμο ποίημα συχνά τον μεθά, όμως δεν τον κάνει να ξεχνά ότι:

‘ Τα πιο ωραία πράγματα του κόσμου
Δεν είναι κανενός ‘
Κρίμα ξεκρίμα
Έτσι είναι αδέσποτε Κωστή
‘ Σαν μυστικά δώρων που δεν έζησαν ‘
‘ Εύκολο συναίσθημα το αίμα/ Δύσκολο αίμα το συναίσθημα ‘

Σε τούτο το ποίημα συνευρίσκεται τόσο ειρινικά με στίχους του ομότεχνού του Κώστα Καναβούρη!

Θεματικά τώρα δεν υπάρχουν περιορισμοί. Οποιοδήποτε γεγονός ή σκέψη μπορεί να γίνει ποίημα, αρκεί να αγγίξει συναισθηματικά τον ποιητή. Η καθημερινότητα με τις χαρές και λύπες της, η φιλία και οι ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα, ο έρωτας, είναι κάποια από τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή. Θα επιμείνω ωστόσο σε τρεις θεματικούς κύκλους : στη φύση, στην παράδοση και στην μνήμη. Η φυσιολατρία του Τσέχου είναι διάχυτη σε ολόκληρο το έργο του και αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς του. Τα λουλούδια, τα δέντρα και οι καρποί, τα βουνά και η θάλασσα, τα τοπία, όλα συμμετέχουν ενεργά σε μια ποίηση που δείχνει οργανικά δεμένη με τη φύση· δεν είναι ούτε φολκλόρ ούτε ρομάντζο, είναι στοιχείο της ταυτότητας του ποιητή. Η μνήμη, ο έρωτας, η νοσταλγία περνούν συχνά μέσα από τοπία:

Oslo ερωτικό
Βόρειο βόρειο να σε χαρώ
Τη νοσταλγία ν’ ατένιζες
Να πνιγες τα φιόρδ

Άρρηκτα δεμένη με τη φύση η ιστορία ενός τόπου, συχνά ξεδιπλώνεται μέσα από τις περιγραφές της φύσης:

Πηγές, νύμφες, ερείπια, γράμματα
Μέγας αρχαιωμένος πλάτανος
Πίνει νερά, απλώνει κλώνους

Η παράδοση πάλι είτε πρόκειται για το δημοτικό τραγούδι, είτε για την εκκλησιαστική παράδοση, είτε για την ποντιακή γλώσσα και παράδοση κάνει συχνά ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της με ποιήματα που ενσωματώνουν στοιχεία της ή και ακόμη με ποιήματα στην ίδια την ποντιακή διάλεκτο (όπως το ‘ Ασόν Πόντον’, ‘ Παρχάρε σο Βέρμιον’. Ειδικότερα για τη σχέση του με τον Πόντο ο ποιητής δήλωσε:
‘ Ο Πόντος είναι η άλλη μου καρδιά, τον κουβαλώ μέσα μου. Σε ώρες ανάγκης, όταν απλώσω το χέρι – και το ΄κανα στην Αθήνα – σε Πόντιο θα το απλώσω και θα βρω ανταπόκριση. Ο Πόντος έχει μια ιερότητα, ένα χαμένο αίμα και μια γλώσσα πολύ σπουδαία. Αν υπάρχει επιγραμματικότητα στη γραφή μου, όπως λένε, οφείλεται στην επιγραμματικότητα της ποντιακής γλώσσας ‘.

Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πως η δημοτική παράδοση μπορούσε, ακόμη και σε εποχές που η δύναμή της είχε σημαντικά υποχωρήσει, να φορτίσει την ποιητική έμπνευση και να υποδείξει εκφραστικά μέσα σε νέους ποιητές, αντισταθμίζοντας τις ανεπαρκείς για τη σύγχρονή τους λογοτεχνία γνώσεις (ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι αρκετά ποιήματα του Μιχάλη Γκανά).
Η μνήμη τέλος, όπως έχει ήδη φανεί, καλύπτει θεματικά σημαντικό κομμάτι στο συνολικού έργου του ποιητή. Πρόκειται κυρίως για νοσταλγία αγαπημένων προσώπων, συνηθέστερα φίλων ή ερωτικών συντρόφων (φιλία και ανθρώπινες σχέσεις έχουν μεγάλη σημασία για τον ποιητή) αλλά και τόπων που έχει ζήσει λίγο ή πολύ. Πέρα από την ατομική μνήμη ωστόσο αντιπροσωπεύεται και η ιστορική μνήμη. Αν και δε θα χαρακτήριζα κοινωνική την ποίηση του Ηλία Τσέχου, εν τούτοις κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του, όπως το «Απόσπασμα» ή το «Μακρόνησος», καταγράφουν και τοποθετούνται απέναντι σε ιστορικά γεγονότα, που είτε γνωρίζει άμεσα ο ποιητής είτε βιώνει τις συνέπειές τους στον στενό του περίγυρο. Να προσθέσω επίσης ότι οι δύο τελευταίες συλλογές του και κυρίως η τελευταία ‘‘ Νόμοι Αφιερώσεων ‘ 2012, δείχνουν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα με ιδιαίτερη ένταση, σε ποιήματα όπως «Οι πλατείες» ή «Χρεοκοπία».
Το κακό με την ποίηση είναι ότι έχει κόστος, μεγάλο προσωπικό κόστος. Και δε μιλώ μόνο για το υλικό κόστος -διόλου ασήμαντο πάντως –
αλλά για το ψυχικό. Σε καιρούς που γίνονται όλο και πιο κλειστοφοβικοί, σε καιρούς που οι μάζες λατρεύουν επιχρυσωμένα «ανυποψίαστα μηδενικά», ο ποιητής καλείται να ξεγυμνώσει την ψυχή του, να φθαρεί, να αναλωθεί και να καεί μόνο και μόνο για να χτίσει γέφυρες προς τον Άλλο, μόνο και μόνο από αγάπη για τον Άλλο. Έχει λοιπόν δίκιο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος όταν γράφει στο «Εγκαταλείπω την ποίηση»: «… Όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα, πως το λένε / Κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει ;»
Το καλό στην περίπτωση του Ηλία Τσέχου είναι ότι η εποχή της κούρασης μοιάζει να έχει πια τελειώσει.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s